νάρκισσος


νάρκισσος
[накиссос] ουσ. а.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νάρκισσος" в других словарях:

  • νάρκισσος — narcissus fem nom sg νάρκισσος narcissus masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Νάρκισσος — narcissus masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάρκισσος — Γένος φυτών, που περιλαμβάνει πολυετείς βολβόριζες πόες και υπάγεται στην οικογένεια των Αμαρυλλιδών (μονοκοτυλήδονα). Από τα επτά είδη της ελληνικής χλωρίδας, τα πιο αξιόλογα είναι: ο ν. των ποιητών έχει επιμήκη, γραμμοειδή φύλλα, ανάμεσα στα… …   Dictionary of Greek

  • νάρκισσος — ο 1. ανθοκομικό φυτό, αλλ. ζαμπάκι, το. 2. ως κύρ. όν., Νάρκισσος όνομα μυθικού ήρωα που ερωτεύτηκε το είδωλό του, όταν το είδε στο νερό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ναρκίσσοιο — νάρκισσος narcissus fem gen sg (epic) νάρκισσος narcissus masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναρκίσσοις — νάρκισσος narcissus fem dat pl νάρκισσος narcissus masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναρκίσσου — νάρκισσος narcissus fem gen sg νάρκισσος narcissus masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναρκίσσους — νάρκισσος narcissus fem acc pl νάρκισσος narcissus masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναρκίσσων — νάρκισσος narcissus fem gen pl νάρκισσος narcissus masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναρκίσσῳ — νάρκισσος narcissus fem dat sg νάρκισσος narcissus masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)